ἄορ

ἄορ, -ορος
Grammatical information: n.
Meaning: `sword' (Il.)
Other forms: For ἄορας acc. pl. ρ 222 read ἄορα γ'. S. Trümpy Fachausdrücke 60ff.
Dialectal forms: Note the tribe of the Άορεῖς in Corinth and the ΆϜοροί on Corcyra.
Compounds: (gen.) χρυσάορος, χρυσάορ -α, (Il.), epithet of gods and godesses, also of Orpheus, `with golden sword', but others take it as `with golden (hanging) ornament' (below); also PN Χρυσάωρ (Hes.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [771] *n̥s- `sword'
Etymology: ἄορ was taken as noun of ἀείρω with orig. meaning `what hangs', what would fit χρυσάορος well. With o-grade or Aeolic zero grade. Ruijgh, Lingua 25 (1970) 312f., rejects this, and assumes *n̥s-r̥, connected with Lat. ensis and Skt. asi- (both with *n̥s-), though the Skt. word means `butcher's knife'. One points also to Pal. hasira- dagger', but *h₂ns- would give Gr. *αν-.
Page in Frisk: 1,117

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άορ — ἄορ κ. ἆορ, το (Α) 1. εγχειρίδιο ή ξίφος κρεμασμένο από τη ζώνη 2. ξίφος 3. κάθε όπλο 4. φρ. «ἄορ τριγλώχιν» τρίαινα (Καλλίμαχος). [ΕΤΥΜΟΛ. < αείρω αρχ. σημασία «ζωστήρας όπλου». Το ο του θεμ. αποτελεί συνεσταλμένη μεταπτωτική βαθμίδα της… …   Dictionary of Greek

  • ἄορ — hanger neut voc sg ἄορ hanger neut acc sg ἄορ hanger neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἆορ — ἆ̱ορ , ἄορ hanger neut voc sg (epic) ἆ̱ορ , ἄορ hanger neut acc sg (epic) ἆ̱ορ , ἄορ hanger neut nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθετί — (αόρ. αντων.) οτιδήποτε, κάθε πράγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάθε + τι (ουδ. τής αρχ. αόρ. αντων. τις, τι)] …   Dictionary of Greek

  • κακοφαίνεται — αόρ. (ε)κακοφάνη και κακοφάνηκε (Μ κακοφαίνεται, αόρ. [ἐ]κακοφάνη και [ἐ]κακοφάνηκε) απρόσ. 1. βλέπω κάτι με δυσαρέσκεια, δεν μού φαίνεται καλό, δεν μού αρέσει κάτι, μέ δυσαρεστεί («τού κακοφάνηκε ο τρόπος σου») 2. μέ στενοχωρεί, μέ λυπεί κάτι 3 …   Dictionary of Greek

  • ἀόρων — ἄορ hanger neut gen pl ἀ̱όρων , ἄορ hanger neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄορα — ἄορ hanger neut nom/voc/acc pl ἄ̱ορα , ἄορ hanger neut nom/voc/acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄορι — ἄορ hanger neut dat sg ἄ̱ορι , ἄορ hanger neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄορος — ἄορ hanger neut gen sg ἄ̱ορος , ἄορ hanger neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄορσιν — ἄορ hanger neut dat pl ἄ̱ορσιν , ἄορ hanger neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • είδα — αόρ. του βλέπω (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.